σαλεύω

σαλεύω
σάλεψα, σαλεύτηκα, σαλεμένος
1. μτβ., κινώ, σείω: Τα κύματα σαλεύουν το σκάφος.
2. αμτβ., μετατοπίζομαι, μετακινούμαι: Δε σάλεψε από τη θέση του.
3. κουνιέμαι, σείομαι: Δε σαλεύει φυλλαράκι. – Δε σάλεψαν τα χείλη της.
4. μτφ., κλονίζομαι, παθαίνω κάτι: Σάλεψε το μυαλό μου.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • σαλεύω — σαλεύω, σάλεψα, σαλεμένος βλ. πίν. 17 Σημειώσεις: σαλεύω : η μτχ. σαλεμένος αντιστοιχεί κυρίως στη σημασία → μου σάλεψε (τρελάθηκα) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • σαλεύω — cause to rock pres subj act 1st sg σαλεύω cause to rock pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαλεύω — ΝΜΑ, και, κυρίως στον Ερωτόκρ., σαλεύγω Ν [σάλος] 1. (μτβ.) α) κινώ κάτι εδώ κι εκεί, σείω, κουνώ (α. «τα κύματα σαλεύουν την βάρκα» β. «σαλεύει τρικυμιᾳ πέδον», Λυκόφρ.) β) τραντάζω («καὶ σαλεύσει αὐτοὺς ἐκ θεμελίων», Σοφ.) 2. (αμτβ.) κινούμαι… …   Dictionary of Greek

  • σαλεύεσθε — σαλεύω cause to rock pres imperat mp 2nd pl σαλεύω cause to rock pres ind mp 2nd pl σαλεύω cause to rock imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαλεύῃ — σαλεύω cause to rock pres subj mp 2nd sg σαλεύω cause to rock pres ind mp 2nd sg σαλεύω cause to rock pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σεσαλευμένα — σαλεύω cause to rock perf part mp neut nom/voc/acc pl σεσαλευμένᾱ , σαλεύω cause to rock perf part mp fem nom/voc/acc dual σεσαλευμένᾱ , σαλεύω cause to rock perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαλευθέντα — σαλεύω cause to rock aor part pass neut nom/voc/acc pl σαλεύω cause to rock aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαλευομένων — σαλεύω cause to rock pres part mp fem gen pl σαλεύω cause to rock pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαλευσάντων — σαλεύω cause to rock aor part act masc/neut gen pl σαλεύω cause to rock aor imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαλευόμεθα — σαλεύω cause to rock pres ind mp 1st pl σαλεύω cause to rock imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”